Πέτρα ψαλίδι μολύβι χαρτί

Το παιχνίδι έμοιαζε ίδιο μα δεν ήτανε
κανένα τους πια δε μιλούσε μα κοίταγε
τη Μάνα να κάθεται χάμω οκλαδόν

-

Κρύο το σφύριγμα του αέρα τους πάγωσε
μέσα στα κόκκαλα και τα επλάγιασε
δίπλα στο τζάκι εν μέσω καπνών

-

Τα τέσσερα τέκνα σιωπηλά εκαθόντουσαν
τη Μάνα κοιτούσαν κι αναρωτιόντουσαν
τί εννοούσε με αυτό το ρητόν

-

«Πέτρα ψαλίδι μολύβι χαρτί θα επαίξουμε
μήπως και έτσι κάπως μπορέσουμε
να επαναφέρουμε το ιερόν

-

Σύ Προμηθέα μου που για το κουράγιο φημίζεσαι
που όλο το φταίξιμο το επωμίζεσαι
κι ας μην είναι δικό σου μα άλλων πολλών

-

Σε σένα την πέτρα ετούτη εδίνω
σίγουρη πως θα αποτελέσει είμαι και κρίνω
το πρώτο γράμμα της λέξης αγών

-

Κι εσύ Παυσανία μου το ψαλίδι εκράτησε
θα ‘ρθει η ώρα που θα λες “επιτέλους εράγισε”
όλος ο κόσμος των μισητών

-

Τούτην την ώρα ετοιμάσου να κόψεις
άλλη ευκαιρία μην τους εδώσεις
να σώσουν τον λώρον τον ομφαλικόν

-

Και τότε θα είναι η στιγμή σου Αριστείδη μου
ψηλά να κρατήσεις αυτό το μολύβι μου
και ίσως να πρέπει να υπερβάλλεις εαυτόν

-

Τις καρδιές του λαού θα χρειαστεί να γεμίσεις
μ’ εκείνη τη λέξη που άπαξ της κρίσης
στα στόματα χάθηκε κάποιων σοφών

-

Την ελπίδα θα φέρεις πως όλοι θα γράψουνε
το νέο κεφάλαιο, το παλιό θα το κάψουνε
μαζί με τους νόμους και τις ρήσεις αυτών

-

Μα πριν τούτο γίνει εσύ Εφιάλτη μου
χαρτί θα μαζέψεις να βάλεις στο πλάι μου
πέριξ του χώματος, των λευκών λουλουδιών

-

Χαρτί που θα γράφει όλ’ αυτά που εγίνανε
πόσοι από μας πεθάναν, πόσοι πνιγήκανε
από τον ζήλον και τον θυμόν

-

Χαρτί που θα γράφει πού καταντήσαμε
το νήμα μόνοι μας πώς το εκεντήσαμε
η Ιστορία θα γίνει ένα άλλον γραπτόν…»